Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Το σχολείο της απουσίας

Στις μαθητικές μνήμες ενός ενήλικου κυριαρχούν οι πρώτοι φίλοι, τα πειράγματα και τα τραγούδια που διαδραματίζονται πίσω από τις πόρτες των σχολικών αιθουσών. Σε ότι αφορά στη δική μου μαθητική ζωή, μαζί με όλα τα παραπάνω, κυριαρχούσε και μια γενική απαξίωση για το θεσμό της εκπαίδευσης, απότοκο των άθλιων κτιριακών εγκαταστάσεων αλλά και συνθηκών των σχολείων της Ελληνικής επικράτειας, που στην καλύτερη περίπτωση μπορείς να τα παρομοιάσεις με μεταμοντέρνα σοβιετικά μπλοκ. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να ανακατασκευάσω την έννοια του εκπαιδευτηρίου στο μυαλό μου, αντικρίζοντας μερικά από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ομογένειας. Τα περισσότερα από αυτά είναι τρίπατα ιστορικά νεοκλασικά που κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, ύστερα από ευεργεσίες μεγάλων μορφών της Ρωμέικης ιστορίας.



Από τα οκτώ Ρωμέικα εκπαιδευτήρια, που ακόμα υποδέχονται μαθητές στους κόλπους τους, μόνο ένα βρίσκεται στην Ασιατική πλευρά της Πόλης και πιο συγκεκριμένα στην ιστορική συνοικία του Μοδıού. Η ιδιάζουσα περίπτωση του πρώην κεντρικού παρθεναγωγείου Χαλκηδόνος έγκειται στον ένα και μοναδικό μαθητή που φοιτά σε αυτό. Το μέλλον του πλήρως εξοπλισμένου πράσινου κτιρίου με τη μαρμάρινη επιγραφή στην είσοδο "Εκπαιδευτήρια Ελλ. Ορθ. Κοινότητος", τους χαρακτηριστικούς μαρμάρινους κίονες της εισόδου και τα ξύλινα πατώματα είναι αβέβαιο.

 Το φαινόμενο αυτό εξηγείται από το γενικό κατακερματισμό της Ελληνορθόδοξης κοινότητος, όπου αντικατοπτρίζεται ρεαλιστικότητα και στα δημογραφικά των σχολείων. Ο κ. Πεστεματζόγλου διευθυντής και διδάσκαλος τα τελευταία 18 χρόνια στο δημοτικό σχολείο, μου εξήγησε ότι ο αριθμός των μαθητών,  όταν ανέλαβε καθήκοντα, ξεπερνούσε τους 20. Στις αρχές τις νέας χιλιετίας το πλήθος των μαθητών μειώθηκε στους 5. Η άλλη τάση που δικαιολογεί τις άδειες αίθουσες  είναι η συχνή επιλογή ιδιωτικών ξενόγλωσσων σχολείων από τα λιγοστά μέλη της κοινότητας με πρόσχημα την ελλειπή ή κατά καιρούς προβληματική εκπαίδευση που προσφέρεται από τα μειονοτικά.





  Σε περίπτωση που το σχολείο δεν δεχθεί άλλους μαθητές στα επόμενα δύο χρόνια, θα περάσει στην περίοδο της νάρκωσης. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που θα οριστεί από την εφορία της Κοινότητας, θα παραμείνει τυπικά ανοιχτό χωρίς όμως μαθητές, θα μεταμορφωθεί δηλαδή σε ένα σχολείο - φάντασμα. Η έσχατη λύση της νάρκωσης το μόνο που θα καταφέρει είναι να παρατείνει για λίγο την ιστορία του σχολείου, που φέτος κλείνει τα 130 χρόνια από την ίδρυσή του. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του δημοτικού σχολείου στο Μακροχώρι που ακολούθησε την ίδια πορεία.


Στο εσωτερικό του Κεντρικού Σχολείου Χαλκηδόνος...



Η απόλυτη ησυχία που κυριέυει το σχολείο διακόπτεται από τα τριξίματα του ξύλινου πατώματος.  Η χρυσαφί προτομή του Κεμάλ παρέα με την κατακόκκινη ημισέλινο εποπτεύουν την αμείλικτη σιωπή.  Ο νόστος  δεσπόζει σε κάθε γωνιά του μελαγχολικού κτιρίου. Στον πίνακα ανακοινώσεων φωτογραφίες γεμάτες γλυκά παιδικά χαμόγελα. Οι αίθουσες σκονισμένες και άδειες. Το μοναδικό σημάδι που μαρτυρεί την παρελθοντική παρουσία των άδειων σχολικών αιθουσών είναι οι διακοσμημένοι τοίχοι με τις παλιές ζωγραφιές των μαθητών που πέρασαν από εδώ. Δίπλα ακριβώς από τις ξεθωριασμένες ζωγραφιές στέκονται οι εργασίες του μοναδικού πλέον μαθητή του σχολείου, ενός πρόσχαρου και συνειδητοποιημένου παιδιού, που ονειρεύεται μια μέρα να γίνει γιατρός, του Χρυσοβαλάντη.



Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Η ιστορία ενός Νεοπολίτη: Όλγα Αλεξοπούλου


  • Ζωγράφος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα και σήμερα μένει στην πιο καλλιτεχνική γειτονιά  του κέντρου της Πόλης, το Τσουκούρτζουμα. Η  Όλγα είναι μια από τις περιπτώσεις νέων ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη. Συναντηθήκαμε στο σπίτι της, και μιλήσαμε για την ζωή της, την δουλειά της και φυσικά την Πόλη. 


  •        Το πρώτο πορτρέτο που θυμάμαι να φτιάχνω σε ηλικία 3 ετών ήταν του πατέρα μου κυρίως γιατί με εντυπωσίαζε το μουστάκι του. Στην εφηβεία, ένας θείος μου από την Βηρυτό μου έδειξε την τεχνική της ακουαρέλας. Τότε σιγουρεύτηκα ότι ήθελα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική.
  •       Σπούδασα στην Αγγλία, και το μεταπτυχιακό μου στις Καλές Τέχνες, το έκανα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Τα χρόνια μου στην Οξφόρδη χαρακτηρίστηκαν από πολύ στρες στην δουλεία, και στην ανάλυση των έργων μέσα σε ένα κλίμα αλαζονείας που αποδόμησα αργότερα.
  •       Η επόμενη στάση ήταν το Λονδίνο. Το σύγχρονο Λονδίνο μου πρόσφερε πολλές εμπειρίες και την δυνατότητα να εκφραστώ μέσα από διάφορες εκθέσεις, αλλά έπρεπε να περάσουν 3 χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι αυτή η πόλη δεν ήταν για μένα.
  •      Όταν πήρα την απόφαση να φύγω δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο στο μυαλό μου. Σκεφτόμουν να πάω στην Αμερική ή στην Αφρική. Τελικά μετά από μια τηλεφωνική συζήτηση που είχα με την νονά μου, που δουλεύει στο προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, κέρδισε η Πόλη. Όταν με ρωτούσαν οι φίλοι μου γιατί θα πήγαινα εκεί απαντούσα «γιατί η Κωνσταντινούπολη έχει τρομερή ατμόσφαιρα.


  •      Όταν έφτασα στην Πόλη πριν από 6 χρόνια, έμενα στο σπίτι της νονάς μου, στο Τζιχάνγκιρ όπου είχε μετατρέψει το ένα δωμάτιο που ήταν γραφείο και βιβλιοθήκη σε δικό μου δωμάτιο. Από εκείνες τις μέρες θυμάμαι να ξυπνάω τα πρωινά στο δωμάτιό μου, και με το που άνοιγα τα μάτια μου να κοιτάω μέσα από τις έντονα κίτρινες κουρτίνες τον μουντό και ήσυχο Βόσπορο. Εκεί κατάλαβα ότι ήρθα για να μείνω.
  •       Τις πρώτες μέρες μου άρεσε να κάνω βόλτες στη Γέφυρα του Γαλατά. Καθόμουν στα καφέ και τα εστιατόρια κάτω από την γέφυρα νωρίς το πρωί. Ήταν ωραία γιατί τα μαγαζιά εκεί δεν ήταν τόσο εμπορευματοποιημένα τότε. Τώρα είναι γεμάτα κράχτες.
  •       Είμαι τυχερή γιατί η δουλειά μου δεν με δεσμεύει. Μπορώ να έχω την βάση μου στην Πόλη και να στέλνω τα έργα μου σε διάφορες εκθέσεις στο εξωτερικό. Πίνακες μου έχουν παρουσιαστεί στην Αθήνα, στην Οξφόρδη, στη Στοκχόλμη, στη Μαγιόρκα, όπως επίσης και σε διάφορες πόλεις της Αμερικής.


  •       Η Κωνσταντινούπολη επηρέασε αρκετά τον τρόπο που ζωγραφίζω.  Σε αυτήν άλλωστε χρωστάω ότι απαλλάχτηκαν τα έργα μου από την εσωστρέφεια και το ότι απέκτησαν την ατμόσφαιρα που αντανακλάται σήμερα σ’ αυτά.
  •       Αγαπημένο θέμα στα έργα μου είναι όταν βραδιάζει και ανάβουν τα φώτα στο Βόσπορο με τις μαύρες φιγούρες των τάνκερ να τον διασχίζουν αργά.



  •      Λατρεύω το χάος της Κωνσταντινούπολης. Μου αρέσει που τα πάντα δεν είναι μέσα σε καλούπια και κουτάκια, όπως στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.
  •        Όλες οι πόλεις έχουν τα ψεγάδια τους. Αυτό όμως που με ενοχλεί περισσότερο είναι οι προκαταλήψεις και η αντιμετώπιση των τρίτων προς την Κωνσταντινούπολη.
  •    Αγαπημένο μου μέρος στην Κωνσταντινούπολη είναι τα απομακρυσμένα ψαροχώρια του Βοσπόρου. Πριν από μερικές μέρες επισκεφτήκαμε το τελευταίο χωριουδάκι της Ευρωπαϊκής μεριάς πριν από την Μαύρη θάλασσα, το Ρούμελι Καβαγί. Για να φτάσουμε είχαμε κολλήσει στην κίνηση για ώρες και έτσι όταν βρήκαμε την παραλιακή ψαροταβέρνα που ψάχναμε κλειστή απογοητευτήκαμε... Είχε νυχτώσει και προχωρήσαμε λίγο παρακάτω όταν βρεθήκαμε μπροστά σε ένα κολοσσιαίο εστιατόριο-resort με καμπάνες από αυτά που φτιαχνόντουσαν την δεκαετία του ‘60 με όνειρα για τον μεγάλο τουρισμό. Οι υπάλληλοι έβγαλαν ένα τραπέζι στην αμμουδιά, και εμείς με βγαλμένα τα παπούτσια φάγαμε και απολαύσαμε το κρασί μας δίπλα στο κύμα του Βοσπόρου χαζεύοντας την Ασιατική πλευρά με την φεγγαράδα και τη Μαύρη θάλασσα.
  •      Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχω ζήσει μέχρι στιγμής διαδραματίστηκε στο Καράκιοϊ. Εκεί περιμένουν ψαράδες που σου προσφέρουν βαρκάδες στον Κεράτιο. Εγώ και μια φίλη μου, στεκόμασταν αναποφάσιστες μπροστά από μια τέτοια βάρκα. Τελευταία στιγμή πηδήξαμε μέσα στην βάρκα που είχε ήδη μισθωθεί από τρεις μαντιλο-φορεμένες ηλικιωμένες και ξεκινούσε. Η γηραιότερη από αυτές, μια τρομερή γιαγιά με σπινθηροβόλα μάτια και γέλιο μικρού παιδιού προσπαθούσε να μας πιάσει την κουβέντα μετά μανίας αδιαφορώντας για το μαντήλι της που ανέμιζε στον αέρα και ήταν έτοιμο να πετάξει. Στο τέλος της διαδρομής και ύστερα από μια υποτυπώδη συζήτηση όπου βασικά εκείνη γελούσε με το πόσο μαγκωμένες ήμασταν εγώ και η φίλη μου, η ηλικιωμένη γυναίκα, μας αγκάλιαζε και μας φίλησε με μια γλυκύτητα που σου διαπερνάει τα κόκκαλα.